Επετειακή χρονιά του εικαστικού θεσμού «ΠΛΟΕΣ»

Στην εφετινή κι επετειακή χρονιά του εικαστικού θεσμού «ΠΛΟΕΣ» που ολοκληρώνει την δεκαπενταετή του παρουσία στο Ίδρυμα Π. & Μ. Κυδωνιέως, επέλεξα να προτείνω τα έργα και των τριών ενοτήτων του Χάρη Λάμπερτ, ενός ξεχωριστού εκπροσώπου της pop art, (στις σύγχρονές της εκδοχές). Δεν γνώριζα, φυσικά, τον περασμένο χειμώνα, πως η επιλογή μου αυτή θα συνέπιπτε με την μεγάλη έκθεση που πρόκειται σε λίγον καιρό να διοργανώσει η Tate Modern, γύρω από τους επιγόνους της pop, με θέμα: «Ποπ Ζωή: Τέχνη σ’ έναν Υλικό Κόσμο». Φαίνεται λοιπόν διεθνώς, πως η pop art, - ένα κίνημα που αναδύθηκε κατά την δεκαετία του ’50,- όχι μόνον δεν έσβησε, αλλά μεσουράνησε μετά από 30 χρόνια (κατά την δεκαετία του ’80), ενώ ακόμη μέχρι και σήμερα, οι ποικίλες διατυπώσεις της απασχολούν έντονα καλλιτέχνες, κοινό και θεωρητικούς.

Το ζήτημα είναι, πως η pop κουλτούρα (συνδυαζόμενη με την ανάλογη μουσική και όχι μόνον), συνεχώς μετεξελίσσεται, ιδιαίτερα από την περίοδο του Andy Warhol και κατόπιν, με την παρεμβολή (σχολιασμών ή κριτικής) των μαζικών τρόπων παραγωγής, κατανάλωσης, μυθοποίησης του «εγώ», όπως ανάλογα και των μέσων ενημέρωσης. Οι επίγονοι Tracey Emin, Damien Hirst, Keith Haring, Martin Kippenberger, Jeff Koons, Sarah Lucas, Jean-Michel Basquiat, Yoshitomo Nara, Takashi Murakami και μια σειρά άλλων καλλιτεχνών, (που χάριν συντομίας παραλείπονται), όχι μόνον ζωντανεύουν σήμερα το ενδιαφέρον του πολυπληθούς κοινού των έργων τους, (το οποίο και διαρκώς επαυξάνουν), αλλά απέχουν σημαντικά από τις αρχικές θέσεις των εισηγητών αυτού του μεταπολεμικού κινήματος. Του κινήματος, που «αντιδραστικά» θα υποδυόταν, μέσα από τα έργα των καλλιτεχνών, (όπως αρχικά εκείνοι πίστευαν), τους μηχανισμούς του εξανδραποδισμού της συνείδησης, που την είχε παγιδεύσει η διαφήμιση, η ευζωία και οι ασθμαίνοντες ρυθμοί του καταναλωτισμού, προκειμένου εκείνοι να τον αναχαιτίσουν, με ειρωνία και άλλοτε με καυστική σάτυρα. Αντίθετα, διαπιστώνουμε πως οι καλλιτέχνες με τα pop έργα τους, δεν σχολιάζουν διόλου πλέον σήμερα την κουλτούρα των ΜΜΕ, αλλά συμμετέχουν ενεργά στην εμπορευματοποίηση και στην διείσδυση των μεθόδων της δημοσιότητας που καταλήγει στην λατρεία της διασημότητας. Αντί, δηλαδή, μέσω της τέχνης να υπονομευθεί το σύστημα τέτοιων αξιών και τρόπων ζωής, τα γρανάζια του ίδιου του πανίσχυρου συστήματος χρησιμοποιούν την τέχνη, διατρανώνοντας αυτού του τύπου την καθημερινότητα, ως τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο ζωής και των παγκοσμιοποιημένων της «αναγκών» ή συμπεριφορών.

Ο Χάρης Λάμπερτ, γέννημα θρέμμα της σύγχρονης αυτής εποχής, την οποία βιώνει και στα έργα του εκφράζει, έχει προτείνει, από την δεκαετία ήδη του ’80, μια διαφορετική και φιλοσοφημένη οπτική, που την διατυπώνει χωρίς επιφυλάξεις και πηγαίνοντας αντίθετα στο ρεύμα. Ο ίδιος, δεν διαφοροποιήθηκε από το τρέχον ιδίωμα της pop, ούτε γιατί απέτυχε, ούτε γιατί εγκατέλειψε ποτέ την pop αντίληψη. Την χρησιμοποίησε, όχι όμως ως αυτοσκοπό, αλλά ως μέσον, προκειμένου να ανοιχτεί προς άλλους ορίζοντες. Εκείνος, έριξε φως σε δρόμους νέους, αδιαφορώντας για «συνταγές» γνωστές και με εξασφαλισμένη επιτυχία, την οποία είχε ήδη κατακτήσει, όταν αποφάσισε να στραφεί προς άλλες κατευθύνσεις.

Την ζωή, τις νοοτροπίες και τους ρυθμούς των δεκαετιών του ’80 και του ’90, ο Χάρης Λάμπερτ είναι αλήθεια πως τα βίωσε, μέσα από όλη τους την ένταση και τις αντιφάσεις, τις γοητείες και τις διαψεύσεις, μετατρέποντας σε τονικά φάσματα και χρωματικές ιδιοσυχνότητες τους ήχους της τζαζ, της ροκ και κυρίως της pop μουσικής, οι μεταισθήσεις της οποίας προσέδωσαν ηλεκτρικά, θαρρεί κανείς, φορτία στα έργα του. Λάτρης της συγκρουσιακής έντασης των αντιθέσεων, των γρήγορων ρυθμικών εναλλαγών του ασύμπτωτου και ευτράπελου, της αναπάντεχης μεταβλητότητας και μιας ευφρόσυνης πάνω απ’όλα καθημερινότητας, αγαπούσε σε νεαρή ηλικία ιδιαίτερα την γλώσσα των κόμικς, επιτυγχάνοντας παράλληλα να γίνει και ένας περιζήτητος παραγωγός των μουσικών video clips. Σκηνοθέτησε και ζωγράφισε μάλιστα ολόκληρες «εγκαταστάσεις» (installations) σε διεθνή τηλεοπτικά δίκτυα, με μεγάλη θεαματικότητα.

Στα αμιγώς εικαστικά του έργα, δεν επέλεξε ο Χ. Λάμπερτ να ακολουθήσει τον συρμό, ούτε στην Γαλλία που σπούδασε, έζησε έντεκα χρόνια (και είχε αναγνωριστεί), ούτε στην Ιαπωνία που έζησε άλλα τόσα (και απέκτησε μάλιστα πολυπληθές fun club, το οποίο τον ακολουθούσε και τον υποστήριζε σ’ όλες του τις καλλιτεχνικές δραστηριότητες). Το 1981 στο Παρίσι, παρουσίασε την δική του «New Pop Art» με εμπνευσμένες ζωγραφικές εικόνες, αντλημένες ως συλλήψεις από την γοργή αλληλοδιείσδυση κινηματογραφικών και τηλεοπτικών πλάνων, συνδυασμένων με πτυχές της διαφήμισης, της φωτογραφίας «μόδας» και των computer graphics, των σινερομάντζων επίσης και των όψεων ενός διάσπαρτου ευδαιμονισμού. Του πολύχρωμου ευδαιμονισμού, που ενεργοποιούσε κι αντανακλούσε τις συνεχείς μετατοπίσεις και τις αλληλοδιάδοχες μεταμορφώσεις της συνείδησης, στην αέναή της φυγή και στην διαρκή της απογείωση, μέσα από την πηγαία και ζωντανή χαρά, που γεννά η αποπλάνηση του εφήμερου.

Με τα έργα του της «New Pop Painting» (1981) έρχεται στο προσκήνιο ένας κόσμος με χιούμορ και απροσδόκητα, ένας κόσμος φαντασμαγορικός, γεμάτος ανεκπλήρωτες υποσχέσεις και όνειρα καθημερινά, που προϋποθέτουν συναισθηματικές απενοχοποιήσεις, ερωτικές φαντασιώσεις, αποσκιρτήματα και γόνιμες ψευδαισθήσεις μέσα από μια εμπορευματοποιημένη ζωή, «παραδεισένιων» υποσχέσεων. Τα πρότυπά του, που σχεδιάζει και εξπρεσσιονιστικά από τότε χρωματίζει, (διατηρώντας αρκετά στοιχεία της δυναμικής αφαίρεσης στην γραφή του) ο ζωγράφος τα εμφανίζει να «ζουν», μέσα από την ζελατίνη του φιλμ, στον δισδιάστατο και αιωρούμενό τους κόσμο, που γίνεται αληθοφανής, αναδύοντας πιθανές πραγματικότητες, χωρίς τίποτε να υποστασιώνεται στην πολύρρυθμη ορμή της δίνης του.

Το 1985 ο Χ. Λάμπερτ αισθάνεται πως στην μονοδιάστατη pop, (παρ’ όλη την φαινομενική της πολυμορφία), έχει επέλθει κορεσμός. Τότε είναι, που απ’ το Παρίσι φεύγει προς το Τόκιο, την πόλη, καθώς λέει, που έχει πριν απ’ όλες περάσει το κατώφλι της 2ης χιλιετίας. Μετά από ένα διάστημα περίσκεψης, φιλοσοφικών θεωρήσεων και δημιουργικής σιωπής, αρχίζει να εργάζεται γύρω από την «Spiritual Pop Painting» (δικός του όρος) προκειμένου να εμβολιάσει τον τρόπο σκέψης και πράξης της εικαστικής του εμπειρίας, με πνευματικές αναζητήσεις. Αναζητήσεις, που έβλεπε πως απουσιάζουν από την «εικόνα», όπως απουσίαζαν και οι «αποκρίσεις» στις υπαρξιακές ανάγκες του θεατή.

Η ελλείπουσα αυτή πνευματικότητα, που εντοπίζει ο καλλιτέχνης, έχει καταβολές ενδεχομένως από τον «χαμένο και ξανακερδισμένο καιρό» του Προυστ και από το αίτημα επίσης να συνδεθεί ο άνθρωπος των τελευταίων δεκαετιών του 20ού αιώνα με τις σπασμένες γέφυρες ενός λησμονημένου παρελθόντος, χωρίς νοσταλγίες όμως, χωρίς προγονολατρίες και εξωραϊσμούς και χωρίς να απεμπολούνται οι δυνάμεις και οι εντάσεις μιας σύγχρονης, αντιφατικά ελκυστικής και πολυσχιδούς καθημερινότητας. Επιδίωξή του, τότε, ήταν να δώσει «προοπτικό» και νοηματικό βάθος, στους «λόγους αναφοράς» της εικόνας, έτσι ώστε αυτή να δηλώνει τις ποιότητές της μέσα από πολυεπίπεδους και ενδογενείς πλέον ή συμβολικούς συσχετισμούς, συγκερασμένους με κοινωνικές κι «εξωτερικές» αναγωγές ζωής.

Με τα φωσφορίζοντα χρώματα που στις πινελιές του άρχισε ο ζωγράφος να χρησιμοποιεί (ή σε διάφορες περιοχές των συνθέσεών του) και με την βοήθεια της υπεριώδους ακτινοβολίας (black light), επιτυγχάνει να δώσει πρωτοβάθμιο ρόλο στο ίδιο το φως, ως καμπυλούμενο πεδίο του χώρου. Το φως γίνεται χρόνος και τρόπος να συνειδητοποιήσει κανείς την διεργασιακά σταδιακή μεταμόρφωση μιας λανθάνουσας πραγματικότητας που συνυπάρχει πίσω και πέρα από την επιφανειακή. Το φως γίνεται στα έργα του εκείνα, μια σειραϊκή ακολουθία μεταπλάσεων του προφανούς. Γίνεται, επίσης, μεταγωγή ομιλίας ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν, στην συνείδηση και στο ασυνείδητο, στα «αρχέτυπα» και στις αλληγορίες. Το φως επιπλέον λειτουργεί ως ρηξικέλευθος καταλύτης μετασχηματισμών και αναδιαρθρώσεων της ίδιας της εικόνας. Το φως εντέλει γίνεται τοπολογική συνιστώσα και μετουσιωμένο χωροχρονικό διάνυσμα, προκειμένου να εννοιοδοτηθούν εκ νέου οι αρχές της «εικονοποιίας», μέσα από το ανακύπτον διακύβευμά της.

Το 1992 ο Χ. Λάμπερτ δημιουργεί μέσα από την ζωγραφική του, ένα άλμα που ξαφνιάζει, ενώ τα έργα της ενότητας που θα ακολουθήσει, τα πρωτοπαρουσιάζει το 1993 (στην Λευκωσία της Κύπρου και στην Διεθνή Art Fair του Τόκιο), εμφανίζοντας μια δική του «New Renaissance». Επίκεντρο της νέας του αυτής ομάδας έργων (που την διαμορφώνει χωρίς να απεμπολεί καμιά από τις προηγούμενες κατακτήσεις του της «pop» και της «spiritual pop») είναι ο άνθρωπος στην φαινομενολογική, στην υπαρξιακή και στην οντολογική του διάσταση. Ο άνθρωπος αυτός, τον οποίο αποδίδει μέσα από τον ρεαλισμό της «νέας παραστατικότητας» σκηνοθετείται και σκηνογραφείται ως αναμυθολογούμενη «ιστορία» της αινιγματικής του πραγματικότητας, η οποία διεκδικεί την υπέρβασή της από την φθορά και την αλλοτρίωση, χωρίς ωστόσο να εξαφανίζεται ο γήινός της, εγκόσμιος χαρακτήρας.

Ήδη από το 1987 κι εξής, μέσα από την «spiritual pop» ο Χ. Λάμπερτ, απευθυνόμενος στην συλλογική μνήμη, είχε «επανεγγράψει» με τον δικό του τρόπο, έργα γνωστά και αξεπέραστα, έργα που θεωρούνται ιστορικά ορόσημα, όπως εκείνα του Ντα Βίντσι, του Μιχαήλ Αγγέλου, του Ραφαήλ, του Βελάσκεθ, του Ρούμπενς, του Ριμπέρα. Ο ζωγράφος, πίσω από τα «πρότυπά» του εκείνα, ανίχνευε μια άφθορη εστία εκπήγασης εσωτερικών συγκινήσεων και θερμοκρασιακής ατμόσφαιρας, που υποδείκνυε το μεγαλείο της ανθρώπινης κατάστασης. Μιας ψυχοδυναμικής και πνευματικής κατάστασης, που ενεργοποιούσαν τις σημασίες της, οι επάλληλες «αναγνώσεις» που επιχειρούσε κάθε φορά ο θεατής.

Στα έργα της «New Renaissance», το «πρότυπο» γίνεται ο ίδιος ο καθημερινός άνθρωπος με ό,τι κρύβει και ό,τι αποκαλύπτει, μέσα από τις έννοιες που τον συνιστούν και μέσα από την εφήμερή του πραγματικότητα, στην οποία όμως δεν εξαντλείται. Για τον λόγο αυτό, ο ζωγράφος, (στην συγκεκριμένη περίπτωση) χρησιμοποιεί μοντέλα, επιλέγοντάς τα μέσα από καθημερινούς ανθρώπους που κυκλοφορούν ανάμεσά μας ή είμαστε εμείς οι ίδιοι, ως παλαιοί και πάντα νέοι. Οι “personae” που απεικονίζει, δεν είναι «προσωπικότητες», αλλά ανθρώπινα όντα, τα οποία φωτίζονται από μια μυστική, θαρρείς, πηγή, που φέρνει στην επιφάνεια ερωτήματα γύρω από τα αίτια και τους λόγους ύπαρξης, γύρω επίσης από τους δρόμους που ανοίγει ο φαντασιακός συνειρμός, προσπαθώντας να εξοστρακίσει την σαγηνευτική τους πλάνη. Πρόκειται για μια αληθοφανή εικαστική πλάνη, που ακροβατεί ανάμεσα στα όρια του οπτικού χρωματικού φάσματος και στις υπερβάσεις της οφθαλμαπάτης. Τα έργα αυτής της ενότητας, αποπνέουν μια υποβλητική και στοχαστική σιωπή, που συνήθως καθηλώνει τον θεατή, μεταφέροντάς του την ανάγκη να αρχίσει να αναθεωρεί εκ θεμελίων τις ασφαλιστικές του δικλείδες επάρκειας, σχετικά με τις αξίες συγκρότησης της ζωής του, την οποία προκαλείται να ανασυντάξει.

Τα έργα ενός «Νέου Ουμανισμού» που διαμορφώνει ο Χ. Λάμπερτ εμφανίζουν μια «δραματουργικά» μεταλλασσόμενη εικόνα, που γίνεται προγεφύρωμα ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα, συνδέοντας την αισθητική με τον στοχασμό και την φιλοσοφία με τις πράξεις ζωής και ζωγραφικής, οι οποίες διαλεκτικά αποκτούν μια νέα «ηθική» και όχι βέβαια ηθικολογική διάσταση. Πρόκειται για μια διάσταση που δίνει την δυνατότητα στον θεατή να επανερμηνεύσει τα προκείμενα, αναπτύσσοντας αντισώματα απέναντι σε κάθε λογής Σειρήνες του καθημερινού βίου, χωρίς να γίνεται ο «εαυτός» ένας απόκοσμος αναχωρητής, αλλά ο χειριστής των ίδιων των τρόπων της ζωής και της οπτικής με την οποία ο άνθρωπος του 21ου αιώνα βιώνει, συνειδητοποιεί και αναδημιουργεί τον κόσμο του.

Ο Φ. Ντοστογιέφσκι είχε γράψει στα «Ημερολόγιά» του, «μην κοιτάς τον άνθρωπο με τον τρόπο που εκείνος περπατά, αλλά τον δρόμο προς τον οποίο κατευθύνεται». Κι ο Χ. Λάμπερτ δεν κάνει άλλο, απ’ το να φωτίζει δρόμους και υπαινικτικά να δείχνει ατραπούς, θέτοντας την σημασία της μορφής και γενικότερα την ανάγκη του εικονισμού σε επανεννοιοδότηση. Γιατί, αυτήν την σημασιολογία της μορφής επιδιώκει ο καλλιτέχνης (μέσα από την δική του εικαστική «αναγέννηση») να αναθεωρήσει ο θεατής του. Από αυτήν την άποψη, η ζωγραφική του σχετίζεται περισσότερο με την «εννοιακή τέχνη» (conceptual art) παρά με τον σύγχρονο ρεαλισμό, τον οποίο ως μοχλό o ζωγράφος αυτός χρησιμοποιεί και όχι ως ζητούμενο.

Σήμερα ο Χ. Λάμπερτ (και είναι ο μόνος) χρησιμοποιεί μέσα από την ζωγραφική και την παράλληλη αξιοποίηση πτυχών της σύγχρονης τεχνολογίας, τα τρία μαζί ιδιώματα της γραφής του. Χρησιμοποιεί, δηλαδή, εκφραστικά και τους τρεις δικούς του τρόπους, (αναλογικά και συνδυαστικά σε καθένα από τα έργα του). Γι’αυτό και επικεντρώνεται στις μεταισθήσεις και στις σημασιολογίες που αποκτά η παράμετρος της λειτουργίας του φωτός, στην ουμανιστική και νέα πνευματικότητα που μπορεί το ίδιο το φως να προσλάβει, αλλάζοντας την οπτική σύνταξη και μαζί τα σημαινόμενα της εικόνας. Όχι ιδεαλιστικά, αλλά σε «οσμωτική» κατάσταση με την σύγχρονη πραγματικότητα που βιώνουμε της «pop» κατά τα άλλα εποχής μας. Της εποχής, των διαφόρων «προσμίξεων» και των νοηματικών επενδύσεων, που εκ νέου και με διαφορετικό τρόπο σήμερα επιχειρούμε να της προσδώσουμε, κατοπτρίζοντας πέρα από τους τρόπους ζωής, τον εσωτερικό και λησμονημένο μας εαυτό. Προς αυτήν την κατεύθυνση προσφέρει κίνητρα ο Χ. Λάμπερτ, δείχνοντας την διάβαση ενός «δρόμου». Τους τρόπους διάβασής του, τους επιλέγει κανείς μόνος του, αναλαμβάνοντας παράλληλα και το τίμημα της ανάλογης ευθύνης.

 

Αθηνά Σχινά
Κριτικός & Ιστορικός Τέχνης

Απρίλιος 2009